διαλγέω

διαλγ-έω, strengthd. for ἀλγέω, Plb.4.4.2;
A

ἐπί τινι Id.16.34.10

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλγοῦντα — διαλγέω pres part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διαλγέω pres part act masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλγέει — διαλγέω pres ind mp 2nd sg (epic ionic) διαλγέω pres ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλγοῦντες — διαλγέω pres part act masc nom/voc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλγοῦσα — διαλγέω pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλγῶν — διαλγέω pres part act masc nom sg (attic epic doric) διαλγής grievous masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλγήσας — διαλγήσᾱς , διαλγέω aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλγήσασα — διαλγήσᾱσα , διαλγέω aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.